αποδιώχνω


αποδιώχνω
αποδιώχνω, απόδιωξα βλ. πίν. 29

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αποδιώχνω — ωξα, ώχτηκα, ωγμένος, διώχνω κάποιον μακριά: Όπου κι αν πήγαινε, όλοι τον απόδιωχναν. Ουσ. αποδιώξιμο, το …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διώκω — και διώχνω και διώχτω (AM διώκω) 1. (για κυνήγι, πόλεμο κ.λπ.) καταδιώκω, κυνηγώ με σκοπό να συλλάβω κάποιον 2. διατυπώνω επίσημα καταγγελία εναντίον κάποιου και κινώ τη διαδικασία να προσαχθεί σε δίκη 3. αποδιώχνω, εκτοπίζω 4. φρ. «ήρθαν τ άγρια …   Dictionary of Greek

  • αποδιαβάζω — (Μ ἀποδιαβάζω) 1. τελειώνω το διάβασμα, την ανάγνωση κειμένου 2. απομακρύνω κάποιον με εύσχημο τρόπο νεοελλ. τελειώνω τη μελέτη, την προετοιμασία στα μαθήματα μσν. 1. αποδιώχνω απ τη σκέψη, αποξεχνώ 2. αναβάλλω, ξανασκέφτομαι …   Dictionary of Greek

  • αποδιοπομπούμαι — ἀποδιοπομποῡμαι ( έομαι) (AM) (Μ κ. διοπομπώ) [διοπομπούμαι] 1. αποδιώχνω το κακό με εξιλαστήρια θυσία 2. αφήνω κατά μέρος …   Dictionary of Greek

  • αποικίζω — (AM ἀποικίζω) [οικίζω] αποστέλλω αποίκους, δημιουργώ αποικία μσν. στέλνω κάποιον στον άλλο κόσμο, θανατώνω αρχ. 1. μεταναστεύω 2. απομακρύνομαι από κάποιον 3. αποδιώχνω …   Dictionary of Greek

  • απωθώ — (AM ἀπωθῶ έω) [ωθώ] 1. ωθώ προς τα πίσω, απομακρύνω 2. δεν δέχομαι, αρνούμαι νεοελλ. προκαλώ απέχθεια, είμαι αποκρουστικός αρχ. Ι. 1. διώχνω, εκβάλλω 2. παρασύρω μακριά 3. παραμερίζω, περιφρονώ II. ( ούμαι) 1. αποκρούω, απομακρύνω από τον εαυτό… …   Dictionary of Greek

  • διασκεδάζω — (AM διασκεδάννυμι Μ και διασκεδάζω) διασκορπίζω, αποδιώχνω νεοελλ. 1. ψυχαγωγώ, προκαλώ σε κάποιον ευθυμία, ευχαρίστηση 2. ψυχαγωγούμαι, μετέχω σε διασκέδαση αρχ. 1. διαλύω («τὸν στρατὸν διεσκέδασε») 2. εξαφανίζω 3. ( ομαι) (για φήμη) διαδίδομαι …   Dictionary of Greek

  • μετασοβώ — μετασοβῶ, έω (Α) αποδιώχνω κάποιον εκφοβίζοντάς τον. [ΕΤΥΜΟΛ. < μετ(α) * + σοβῶ «εκδιώκω» (πρβλ. απο σοβώ)] …   Dictionary of Greek

  • ξεδιώχνω — (Μ) αποδιώχνω, απομακρύνω. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἐκ διώκω (αόρ. εξ εδίωξα), με σίγηση τού αρκτ. φωνήεντος (βλ. και λ. ξ[ε] )] …   Dictionary of Greek

  • ξεμουχλιάζω — 1. καθαρίζω αντικείμενο από τη μούχλα, αφαιρώ τη μούχλα από κάτι ή από κάπου 2. απαλλάσσομαι από τη μούχλα 3. μτφ. (για πρόσ.) ανακτώ τη χαμένη μου ζωντάνια, αποδιώχνω τη χαύνωση, αναζωογονούμαι («είπα να βγω λίγο έξω να ξεμουχλιάσω») …   Dictionary of Greek